βυρσοτόμος

βυρσο-τόμος, ον, ([etym.] τέμνω)
A leather-cutting, Man.4.320, Hsch. s.v. ῥινοτόρος.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βυρσοτόμος — leather cutting masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοτόμους — βυρσοτόμος leather cutting masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τόμος — Α β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ουσιαστικών και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στη λ. τόμος* «τεμάχιο, τμήμα, κομμάτι» (< τέμνω). Τα παροξύτονα ονόματα σε τόμος είναι αντικειμενικά σύνθετα με α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.